Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Μια ανάσα ζωής μέσα στα γκρεμισμένα όνειρα

Το πιο σκληρό απ' όλα στη ζωή μας είναι να σου γκρεμίζουν τα όνειρα σου
Αυτά που με κόπο έχτισες στο μυαλό σου, έβαλες μέσα κόσμο και κοσμάκι και τα τύλιξες με μια όμορφη κορδέλα να 'ναι αυτό το δώρο στον εαυτό σου
Το μοναδικό δώρο που έχεις κάνει για 'σένα την ίδια, που πόνεσε πολύ, που πονάει, που δύσκολα γελάει πια
Που ψάχνει διέξοδο και λίγο φως σε μια αγκαλιά, όχι σε οποιαδήποτε αγκαλιά
Σ' αυτήν τη συγκεκριμένη αγκαλιά, την περίμενε καιρό και ήρθε
Ήταν χειμώνας τότε, θυμάσαι; Μα ήρθες άνοιξη!
Εκεί βρίσκει το γέλιο της, τη ζωντάνια και το νόημα της αναπνοής της που μέχρι πριν λίγο καιρό δεν το έβρησκε
Κάποιος, κάποιοι, δεν είναι δα και λίγοι αυτοί που την πάτησαν με τα χοντροπάπουτσα της απανθρωπιάς και του άκρατου εγωισμού τους
Της έκλεβαν το γέλιο σιγά σιγά, από τότε που ήταν τόσο δα μικρούλα, κι εκείνη ένιωθε μια μικρή πληγίτσα να ανοίγει πάνω της 
Μα ούτε μιλούσε, ούτε παραπονιόταν, ούτε έκλαιγε
Μόνο το βλέμμα της άλλαζε με τον καιρό και άρχισε να αγαπά όλο και πιο πολύ τη μοναξιά
Ούτε τα παιδάκια που έρχονταν να την πάρουν για να παίξουν δεν ήθελε
Είχε τόσο νωρίς φοβηθεί τον κόσμο και την κακία του, που κλεινόταν όσο πιότερο μπορούσε μέσα της
Και μεγάλωνε έτσι μονάχη συνήθως, αφού ούτε καλά καλά γονείς δεν είχε
Μόνο το φαγητό δεν είναι ανάγκη! Και η ψυχή χρειάζεται τροφή
Μα την ψυχούλα μόνη της της έδωσε τροφή κι άρχισε να κάνει όνειρα για ένα όμορφο μέλλον
Για την ημέρα που θα ξυπνήσει κι όλα θα είναι πια καλά
Για τη στιγμή που ο κόσμος δεν θα προσπαθεί να σε πονέσει
Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια , εκείνη βυθισμένη στα όμορφα όνειρα σε έναν κόσμο ουτοπικό σαν αυτό που διάβαζε στα παραμύθια
Μα κάποτε την είπαν άσχημη και την πείραξε πολύ
Άσχημη; Μα δεν ήταν ούτε καν δώδεκα!
Πόνεσε πολύ...
Πολλά της είχαν πει, απόμακρη, μοναχική, αμίλητη... μα αυτό ήταν κάτι άλλο
Και δεν την πόνεσε τόσο η λέξη όσο το ποιος την είπε
Ήταν ο παιδικός της έρωτας αυτός, τρία χρόνια έρωτας κι εκείνος της μίλησε έτσι
Ζούφωξε ακόμη πιο πολύ στο καβούκι της, προστατευτική ασπίδα δημιούργησε και δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει
Τόσο πόνο πως να τον αντέξει μια ψυχούλα;
Ήταν ο ανεκπλήρωτός της έρωτας
Από τότε φοβήθηκε να νιώθει κιόλας, φοβόταν να αγαπήσει και να ενθουσιαστεί!
Μα είχε τη δύναμη και την τόλμη και ξανάχτισε όμορφα όνειρα, μα με άλλα πρόσωπα μέσα, που δεν θα την πρόδιδαν
Και όλο μεγάλωνε και μεγάλωνε και άλλαζε σχολεία, έκανε πολλούς φίλους καρδιακούς κιόλας μα και εχθρούς
Εχθροί γίνονταν μόνοι τους, εκείνη τους μιλούσε κι οι άλλοι την αγνοούσαν σα να 'χε κάνει κάτι κακό
Μόνο με τον έρωτα δεν ασχολιόταν, το παιδικό σκίρτημα δηλαδή, τίποτα 
Αδιαφορούσε επανειλημμένα σα να φοβότανε πολύ
Μα περνούσαν τα χρόνια και όσο περνούσανε γινότανε όλο και πιο όμορφη, έτσι έλεγαν οι γύρω της τουλάχιστον
Μια όμορφη έφηβη με όμορφη ψυχή
Μα τρομοκρατημένη!
Και αφιερώθηκε στα γράμματα, έκανε παρέα με βιβλία, να θρέψει τουλάχιστον το πνεύμα της αφού την ψυχή της δεν μπορούσε να τη γεμίσει κανείς
Εκείνη πληγωνότανε κι οι άλλοι γελούσαν
Μα ξάφνου ερωτεύτηκε! Κι ήταν αμοιβαίος ο έρωτας αυτός, ήταν όμορφος, θα ήταν όμορφος αν κάποιος απ' τους δυο τολμούσε
Αν μιλούσαν μεταξύ τους για τον έρωτά τους κι όχι οι άλλοι γι' αυτόν, όλα θα 'χαν γίνει αλλιώς
Και πέρασε ο καιρός και ένας άλλος ανάξιος όπως στο τέλος αποδείχθηκε, έρωτας-αν και δεν του αξίζει να λέγεται έτσι-χτύπησε την πόρτα της καρδιάς της κι εκείνη την άνοιξε διάπλατα αμέσως
Ήθελε τόσο μα τόσο πολύ να δώσει αυτό που είχε στην ψυχή της σε κάποιον
Να κάνει πλέον όνειρα μαζί με ένα άτομο που τη νοιάζεται που κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση
Που δεν θα την εξευτελίσει, ούτε εκείνη ούτε τα συναισθήματά της ούτε τη ζωή της
Πέρασαν έτσι κάμποσοι μήνες με γέλιο, χαρά
Όλο γελούσε και είπε για πρώτη της φορά πως η ζωή είναι ωραία, πετούσε στα σύννεφα ψηλά
Μακριά απ' τον πόνο, προσπάθησε και να ξεχάσει τα παλιά, τα ψιλοκατάφερε!
Μα εκεί στην κορύφωση των συναισθημάτων, εκεί που ο έρωτας είχε φτάσει πια ζενίθ του, που κι ας ήταν άρρωστη είχε όρεξη για ζωή
Εκείνος έφυγε, έτσι σιωπηρά, χωρίς λόγο και αιτία
Το εφεδρικό αλεξίπτωτο το είχε πετάξει πιο παλιά, πίστευε πως αυτή η φορά ήταν αλλιώτικη
Γελάστηκε σα να μην ήξερε τον κόσμο
Τότε ξαναθυμήθηκε τις αδικίες που παίχτηκαν εις βάρος της παλιότερα απ' όλους
Έκλαψε και γέλασε με το πάθημά της, μίσησε τον κόσμο και πιο πολύ 'αυτούς'
Άκουγε για πληγωμένες απ' 'αυτούς' ψυχές και δεν το πίστευε ότι θα νιώσει κι εκείνη έτσι
Τουλάχιστον, έλεγε, υπάρχει δικαιοσύνη, τόσο πόνο είχε δεχτεί και αντέξει, άλλος δεν της άξιζε
Πάλι γκρεμίστηκαν τα όνειρά της, από εκείνον που ήταν μέσα σ' αυτά
Από εκείνον με τα όμορφα λόγια και τα τρυφερά χάδια
Που τον πίστεψε κι ας έλεγε το αντίθετο
Τον ερωτεύτηκε κι ας το αρνιόταν κατηγορηματικά!
Καιρό πολύ έμεινε και πάλι μόνη, μακριά από φίλους και συγγενείς, για να σκεφτεί και να τα βρει πρώτα από όλα με τον εαυτό της
Μάζεψε τα κομμάτια της, πάλεψε με τα συναισθήματά της, κράτησε την αξιοπρέπεια της ψηλά, έφυγε κυρία
Και για καιρό ήταν μόνη! Όχι, μακριά από φίλους μα μακριά απ'ο τον έρωτα
Τρομαγμένη ήταν, τρομοκρατημένη! Σα να ήρθε κάποιος μέσα στη νύχτα και της έκλεψε την καρδιά, πάγωσε το μέσα της
Κι ούτε σημασία δεν τους έδωσε τους δήθεν έρωτες που πέρασαν και θέλησαν να βρεθούν κοντά της
Πάλι μπλέχτηκε ακόμα πιο πολύ στα βιβλία, αυτά δε θα την πρόδιδαν ποτέ
Ποτέ δε θα την κάρφωναν πισώπλατα εκεί που δεν το περιμένει
Και άλλαξε παρέες αφού άλλαξε και σχολείο, μεγάλωσε!
Άρχισε τότε να ελπίζει και πάλι να ονειρεύεται ξανά μα εις μάτην
Λες και ο έρωτας τη μισούσε θανάσιμα, λες και εκείνη έφταιγε για τις πικρίες που την κερνούσαν
Ερωτεύτηκε όμως! 
Ήταν χειμώνας, ένα κρύο απόγευμα σε ένα υπόγειο με κάποιους γνωστούς
Και ξαφνικά μπήκες, χαιρέτησες και πριν ακόμη κάτσεις σε ξεχώρισε
Γνωριζόσασταν από παλιά μα δεν είχε φανταστεί κάτι τέτοιο ποτέ άλλοτε
Σε ξεχώρισε! Και βρήκε την ευκαιρία και κάθισε δίπλα σου, τόσο  κοντά που ανταλλάζατε ανάσες και όμορφα χαμόγελα
Ένιωθε κάτι σαν τσίμπημα όλη την ώρα, ακόμη κι όταν γύρισε σπίτι
Είχε πια ερωτευτεί! Το είχαν καταλάβει κι άλλοι κι ας μην τους είχε πει τίποτα απολύτως
Φαινότανε στα μάτια της, στο γέλιο της
Πλέον χαμογελούσε, μα πάλι εκείνος δεν ερχόταν κι ας της είχε υποσχεθεί πως θα της τηλεφωνήσει
Πέρασαν δυο μήνες κι είχε καταλάβει ότι δεν θα γίνει τίποτα, τον έβγαλε σχεδόν από το μυαλό της, σχεδόν τον ξέχασε
Ήταν έτοιμη να γνωρίσει νέα άτομα, που ενδιαφέρονταν κι ας μη νοιαζόταν εκείνη ούτε στο ελάχιστο
Μα ήρθες! Έφερες την άνοιξη στην καρδιά της και ας είχε ήδη μπει ένα μήνα πριν
Εκείνη τότε την ένιωσε κι ας μην το έδειχνε
Και περίμενε τη στιγμή που θα μιλήσετε κάθε βράδυ, για να σου πει πως πέρασε τη μέρα της και να μάθει νέα σου
Και βγήκατε, δεν ήσουν αυτό που προσδοκούσε αρχικά
Το άγχος, η αμηχανία ίσως έπαιξε το ρόλο της 
Μα μια άλλη φορά, σαν πρωτοφιλιθήκατε ένιωσε αλλιώς
Είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά σου και ένιωθε πως είναι σε παράδεισο
Έβλεπε τη θάλασσα που πάντα τόσο αγαπούσε και την ευχαριστούσε που της έφερε ένα τόσο όμορφο δώρο
Δεν είχε νιώσε έτσι ποτέ, και τόσο γρήγορα; Εκείνη; 
Ήσουν εσύ γι' αυτό
Μην την πληγώσεις, σε περίμενε!
Μην τη ματώσεις, σε νοιάζεται!
Να 'σαι πιστός, όπως εκείνη!
Αγάπα την και λάτρεψέ την, το αξίζει!
Το αξίζετε να μείνετε μαζί για χρόνια
Έχετε τόσα κοινά, που κάθε μέρα τα ανακαλύπτει και χαίρεται η καρδούλα της που βρήκε μια αγκαλιά να εφαρμόζει τέλεια με τη δική της
Δυο χέρια που δεν τη ματώνουν και δυο χείλη που την φιλούν, της τραγουδούν, την παρηγορούν
Μην την πληγώσεις, θα 'ναι θανάσιμη αμαρτία κι έχει τόση αγάπη να σου δώσει και κάθε μέρα αποκτά κι άλλη τόση κι άλλη τόση
Μόνο για 'σένα! Νιώθει ξανά παιδί, γελάει με τις ώρες και κάνει και πάλι όμορφα όνειρα
Τόσο όμορφα που μοιάζουν τόσο αληθινά! 
Μη τη διώξεις ποτέ και προπαντός μη της γκρεμίσεις τα όνειρα της, βρίσκεσαι κι εσύ μέσα
Γιατί το πιο δύσκολο είναι να σου γκρεμίζει τα όνειρα αυτός που είναι μέσα σ' αυτά!

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Φόβος μιας επικείμενης φυγής...

Και κατάλαβα πως νόημα δεν έχω πια κανένα
Ούτε καν για 'σένα που είπες πριν λίγο πως είμαι τα πάντα
Τα πάντα ήμουν, ναι, για εκείνο το δευτερόλεπτο, για εκείνη τη στιγμή μονάχα
Μα ίσως να μου φάνηκε, να 'ταν τα λόγια μιας κάποιας ευγένιας που με τον καιρό ξεχνιέται κι αυτή
Ήταν ό,τι απόμεινε απ' τον καλό σου χαρακτήρα
Μπορεί πάλι να μη σήμαινε τίποτε άλλο από μερικούς στίχους και μια μελωδία, ευχάριστη μόνο στα αυτιά
Στην καρδιά δε σήμαινε τίποτα!
Και βιαστικά να φύγεις, να κλείσεις, να ξεφύγεις από 'μένα, απ' τα λόγια μου
Ίσως καμμιά φορά να σε κουράζω, μπορεί να βαρέθηκες κιόλας
Λες να σε πιέζω με την αγάπη μου; Πνίγεσαι μήπως; Συγνώμη, δεν το θέλω!
Το μόνο που επιθυμώ είναι να κερδίσω την αγάπη και την προσοχή σου, όπως κέρδισες εσύ τη δική μου
Μα ξέρω πως δεν το καταφέρνω και πολύ
Τι άλλο να κάνω όμως;
Το τελευταίο πράγμα που θέλω να γίνει είναι να σε δω να φεύγεις
Κι η πιο δύσκολη στιγμή είναι αυτή που σε αποχαιρετώ κάθε φορά για να πάω σπίτι
Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι ότι μπορεί να φύγεις
Τα δάκρυά μου θα γεμίσουν στερεμένες λίμνες και ποτάμια θα ξεχυλίσουν
Κι ο ουρανός θα φοβηθεί να δακρύσει κι εκείνος, μη τύχει και πλυμμηρίσει ο κόσμος όλος
Ή μπορεί να ντραπεί κιόλας σα συναγωνιστεί μαζί μου, αδύναμη μπροστά στα δάκρια μου η βροχή
Αυτό θα κάνει ο πόνος από τη φυγή σου
Καταστροφές μονάχα, θλίψη, πλήξη και ανία
Και νομίζω πως νόημα δεν έχω πια κανένα στη ζωή σου
Νιώθω καμμιά φορά σα να 'σαι κοντά μου από ανάγκη
Ή μονάχα για την ευχαρίστηση που σου προσφέρω, που ούτε μου αρέσει ιδιαίτερα
Για μια αγκαλιά παραπάνω το κάνω, για ένα σου γέλιο παραπάνω, για ένα φιλί σου ακόμη
Για δυο όμορφα λόγια που θα ακούσω!
Για την ψευδαίσθηση πως είμαι σημαντική για κάποιον
Καθώς για κανέναν δεν μπόρεσα, δυστυχώς, να υπάρξω κάτι παραπάνω από το κορίτσι της διπλανής πόρτας
Το κορίτσι που πάντα μόνο του βαδίζει, το κορίτσι που περπατάει σκυφτά, μη τύχει και προδωθεί η απελπισία που ειναι αποτυπωμένη στα μάτια της
Καθώς όλα τα πάλεψα μονάχη και δεν ήρθε η ζωή και πολύ βολική
Σκληρή θα την χαρακτήριζα, σκληρή και αμείλικτη
Γι' αυτό τώρα που βρήκα εσένα, δεν θα αφήσω να φύγεις
Με νύχια και με δόντια, με όση δύναμη που έχει απομείνει θα σε κρατήσω δίπλα μου
Θα πολεμήσω! Για την αγάπη που κάποτε είχα αφήσει να φύγει
Και τώρα μετανιωμένη για τη δειλία που έδειξα, θα επανορθώσω 
Μα μπορεί να μην είναι στο χέρι μου και πάλι
Ζω κάθε φορά με το φόβο ότι με την πρώτη ανακάλυψη-αποκάληψη θα φύγεις
Γι' αυτό και τη φρενάρω κάθε φορά, δεν είναι ότι δε σε θέλω, είναι ότι φοβάμαι την αντίδρασή σου
Συνεπώς, τη φυγή σου! 

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Ολονύχτια σκέψη ΕΣΥ!

Πήγε κιόλας πέντε το πρωί και δεν έχω κλείσει μάτι
Σκέφτομαι ή μάλλον καλύτερα σε σκέφτομαι ή σκέφτομαι εμάς μαζί
Εμάς!
Δεν είναι πλέον ονειροφαντασία, ούτε ανόητα σχέδια για το μέλλον-μας-πλέον το ζούμε
Στ' αλήθεια σ' αγγίζω!
Άραγε κοιμάσαι τώρα;
Να 'σαι άραγε μόνος;
Ή με γεμίζεις με ψευδαισθήσεις ότι είσαι μόνο δικός μου;
Τί κτητικό συναίσθημα ο έρωτας;
Είναι πάθος αυτό που ζούμε, το αισθάνομαι! 
Σε σκέφτομαι... 
Ανόητη, είναι μακριά! Ποιόν σκέφτεσαι;
Ίσως να έχει και παρέα, να μην χρειάζεται την αγκαλιά σου, ούτε το χάδι σου, ούτε το φιλί σου!
Ανόητη; Ναι, ίσως!
Σκέφτομαι εμάς μαζί
Πότε σε είδα τελευταία φορά;-πριν ούτε καν δυο μέρες- κι είπαμε θα ειδωθούμε πάλι σε τέσσερις!
Αν αντέχω;
Τη δυνατή θα παριστάνω πάλι, τι νομίζεις;
Τη δυνατή μπροστά σου, τη δυνατή μπροστά σε όλους τους άλλους, εκτός από 'μένα
Ξέρω την αλήθεια, τη νιώθω κιόλας
Την αισθάνομαι στο στομάχι μου, στην καρδιά μου, στο κορμί μου
Λείπεις κι αυτό μου προκαλλεί λύπη!
Τέσσερις μέρες χώρια;
Θα αντέξω, θα το δεις!